Ο Κώστας Τσάκωνας δεν είναι κωμικός ηθοποιός, επειδή δεν είναι καν ηθοποιός. Δουλεύει σαν ηθοποιός όμως, αλλά μάλλον αυτό του συνέβη τυχαία. Πέτυχα πριν ένα χρόνο μια συνέντευξή του στην τηλεόραση, όπου ερωτήθη για το πώς μπήκε στην ηθοποιία, και είχε απαντήσει πως περίπου έγινε στην τύχη, και πως η πορεία του σε τηλεόραση, κινηματογράφο, θέατρο υπήρξε ένας δρόμο γεμάτος δυσκολίες. Η παρουσιάστρια φόρεσε το νοσταλγικό της χαμόγελο, σαν να την αφορούσε προσωπικά το ζήτημα, πήρε την γλυκιά φωνή, σαν να απευθυνόταν σε κάποιον γλυκό άνθρωπο, και τον ρώτησε “αν όμως σας πήγαιναν πίσω στην αρχή, θα ξαναδιαβαίνατε τον ίδιο δρόμο, ε;”, εκβιάζοντας μια απάντηση που θα έδινε μια Μιμή Ντενίση για το “Ναι, ήταν ένας δρόμος με μεγάλες δυσκολίες, αλλά υπήρξε ένα μεγάλο ταξίδι που δεν θα άλλαζα για τίποτα, θα το ξαναέκανα δίχως σκέψη από την αρχή”. Ο Κώστας Τσάκωνας απάντησε δίχως ίχνος ειρωνείας πως “Μπα, αν το ξερα θα πήγαινα να δουλέψω στο συνεργείο του ξαδέρφου μου”. Έτσι ονειρεύομαι τον κόσμο γύρω μου, και για ένα τέτοιο κόσμο θα μάχομαι ως το τέλος.
Ο Κώστας Τσάκωνας μπήκε με φόρα στον κόσμο της βιντεοταινίας, σε μια εποχή της Ελλάδας όπου έμπαινε στον χώρο της βιντεοταινίας πραγματικά ο οποιοσδήποτε. Ρόλους έπαιρναν τα παιδιά με την κάμερα, οι άνθρωποι που έψηναν καφέδες στα παιδιά με την κάμερα, και γενικά ο οποισδήποτε, κυριολεκτώ. Η “μεγάλη εποχή του Ελληνικού Κινηματογράφου” έχει πεθάνει για τα καλά, αφού η Αλίκη Βουγιουκλάκη δεν είναι πια με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, αλλά με τον Βλάση Μπονάτσο. Μετά τα ωραία χρόνια λοιπόν της ωραίας Αθήνας, των ζαχαροπλαστείων που ερωτεύτηκε ο Απόστολος Δοξιάδης, της ξεγνοιασιάς, του ρομαντισμού, του ασπρόμαυρου έρωτος, των happy endings, του μισάωρου χορευτικού του Ντίνου Ηλιόπουλου, ήρθαν τελικά τα 80’s. Ήρθε η κινησιολογία και η καγκουριά του Στάθη Ψάλτη, το νταϊλίκι του Πάνου Μιχαλόπουλου, τα μπούτια της Σοφίας Αλιμπέρτη, η τζοβενιά του Σταμάτη Γαρδέλη, οι σπαστικές γκριμάτσες του Μάρκου Λεζέ, το ρουφηγμένο πρόσωπο του Σωτήρη Μουστάκα, ο Μιχάλης Μόσιος (γενικά), η βία στα γήπεδα, τα ναρκωτικά, το απαράδεκτο χιούμορ, οι καλτ χαρακτήρες, οι ρόδες, οι τσάντες, οι κοπάνες, οι κόπανοι, οι φυλακές, οι ανήλικοι και όλος αυτός ο βίαιος συρφετός που ήρθε για να χαρακτηρίσει μια γενιά και για να αναβιωθεί εγκληματικά από τη μεθεπόμενη.
Το άρθρο ξεκινάει με το αξίωμα πως ο Κώστας Τσάκωνας δεν υπήρξε καλτ φυσιογνωμία της ελληνικής βιντεοταινίας. Μπορεί να μη γίνεται άμεσα κατανοητό, αλλά το όλο του παρουσιαστικό, αν και έχει τα συστατικά που θα τον πετούσαν ανεπιστρεπτί στην παραπάνω παράγραφο, στο βάθος του δεν είναι καλτ. Η κοινή γνώμη τον θεωρεί έτσι, διότι καλώς ή κακώς, ο Κώστας Τσάκωνας θα μείνει γνωστός στο πανελλήνιο για την συμμετοχή τους στις κλασικές κωμωδίες “Η Μεγάλη Απόφραξη” και “Κλασική Περίπτωση Βλάβης”, όπου και η “καλτοποίησή” του δυστυχώς έλαβε χώρα. Για τον γράφοντα, πρόκειται ίσως για τις πιο αδιάφορες ταινίες που συμμετείχε. Πριν πέσετε να με φάτε, να σας πω πως έχω διεστραμμένο χιούμορ, πράγμα που δεν σημαίνει “καλό χιούμορ” σε κάθε περίπτωση, αλλά αυτό είναι.
Οι γονείς μας θυμούνται τον Κώστα Τσάκωνα για την συμμετοχή του στην δραματική ταινία “Μάθε Παιδί μου Γράμματα”, η μια κάποια μέση γενιά για τις κλασικές αποφράξεις, ενώ οι νεότεροι για τη συγκλονιστική ερμηνεία ως Τέλη, στην ταινία “Φτηνά Τσιγάρα” του Ρένου Χαραλαμπίδη. Σε μια ζωή όπου –παραδεχτείτε το- δεν θα καταλήξει κανείς μας να περπατάει την Ακαδημίας με την Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους, ούτε θα κυνηγιέται μαζί της σε ένα λεωφορείο της αγάπης γεμάτο κότες, υπό τους μελαγχολικούς ήχους του happy ending, ο Τέλης διστάζει να πάρει μια Λίτσα τηλέφωνο για να ζήσει το ερωτικό του μερίδιο, και όταν τελικά το κάνει, το μόνο που καταφέρνει είναι να φάει ένα ωραίο άκυρο, χωρίς φυσικά να μείνει με την αμφιβολία, εξαιρετικά πρέπον για ένα άνθρωπο όπου σε κάθε μα κάθε ταινία του παρελθόντος του αναφωνούσε “αυτή η αμφιβολία θα με φάει”. Ποια αμφιβολία Κώστα; Ξέρω γω, κάποια αμφιβολία. Υποθέτω πως όλοι μας “δεν θέλουμε να γαμήσουμε, θέλουμε να ηρεμήσουμε”, και ο Τέλης μπορεί να μην καταφέρνει τίποτα από τα δύο, αλλά αν το καλοσκεφτεί κανείς, η Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους κατέληξε να παίζει στις εφτά θανάσιμες πεθερές (ούτε σε εισαγωγικά δεν το βάζω), ενώ ο Χαραλαμπίδης εντάχθηκε στην Νέα Δημοκρατία επειδή εμπνεύστηκε από το όραμα του Αντώνη Σαμαρά. Οπότε Τέλης και πάλι Τέλης, κιας μη γαμήσω ποτέ, κιας μην ηρεμήσω ποτέ.
Το πλάνο έχει ως εξής. Ο Κώστας Τσάκωνας, μπορεί για κάποιους από εσάς να είναι ο μάστορας ο Τρύφωνας των κλασικών επιτυχιών του. Για άλλους, μπορεί είναι ο Τέλης. Για εμένα όμως, που χωρίς καμία όρεξη να αστειευτώ, είναι ο άνθρωπος που μου έχει σταθεί περισσότερο από κάθε άλλον στις δύσκολες στιγμές, ο Κώστας Τσάκωνας είναι αυτός :
1. Ο κυνηγός της χαμένης φαλάκρας [1988]
Ο Μπάμπης Ταλαίπωρος είναι δικηγόρος. Ώσπου ξεκινάει η απεργία των δικηγόρων, και του ανακοινώνουν πως πρέπει να απεργήσει. Εκείνος απεργεί, η απεργία σταματάει σε μια εβδομάδα, δεν τον ενημερώνει κανείς για αυτό, και εκείνος συνεχίζει να απεργεί για τρία χρόνια, χλευάζοντας τους απεργοσπάστες και χάνοντας όλους τους πελάτες του. Καταρχάς όποιος σκέφτηκε τέτοιο σενάριο, είναι θεός. Στην εξέλιξη της ταινίας βρίσκεται μια υπόθεση, όπου ένα παιδάκι βρίσκει ένα έντομο σε μπουκάλι αναψυκτικού της εταιρίας Χόντρο-Κόλα (…) και ο Μπάμπης Ταλαίπωρος το παίρνει προσωπικά να κλείσει τους κολοσσούς που απειλούν την τίμια εργατιά, και κυρίως τα παιδιά της.
Μεγάλο Στιγμιότυπο : “Ε τότε, θα περιμένω να νυχτώσει.”
Η Χόντρο-Κόλα επιχειρεί να εξαγοράσει την σιωπή του Μπάμπη Ταλαίπωρου με ένα αυτοκίνητο. Από τις μεγαλύτερες στιγμές του Τσάκωνα η ατάκα που χαρίζει στην κοπέλα με τιχ ατέλειωτεχ ερωτικέχ νύχτεχ:










