Duskola paidika chronia, ponos, tragoudia tis xenitias, polli agapi kai mia aisthantiki fwni pou «esvise» prin apo 14 oloklira chronia. O Stelios Kazantzidis upirxe anamfisvitita enas apo tous korufaious laikous vardous tis chwras mas kai akoma kai simera, paramenei stis kardies twn anthrwpwn zwntanos. O Giwrgos Lianis o opoios sunergastike mazi tou kai opws paradechetai, eiche gia polla chronia kleidwmena sto surtari tou chartia me exomologiseis tou axechastou Steliou, apofasise na ta dimosieusei, parousiazontas ola ta simantika gegonota tis zwis tou axechastou laikou vardou, opws o idios ta diigithike...
O Stelios Kazantzidis eiche milisei gia ena apo ta pio tragika gegonota tis zwis tou, otan echase ton patera tou. Opws anaferei stin anekdoti sunenteuxi tou pou dimosieutike apo ti Real: «Kapote, ftasaµe sti THessaloniki. Ekei upirche ena karavi pou eiche eidika chorigithei apo tin kuvernisi gia na µetaferei olous tous prosfuges pou eichaµe erthei sti Makedonia. To karavi to elegan “Korinthia”. Mpikaµe stoivagµenoi o enas panw ston allo kai ftasaµe ston Peiraia kai stin Athina. Ligous µines µeta, o pateras µou pethane. Kai vevaia, i aitia tou thanatou tou itan to agrio xulo, apo to opoio den sunilthe pote. Ena agrio kai adiko xulo. An eiche kanei kati, tha s’ to ’lega, Giwrgoliani, alla den eiche kanei tipota.Anelava se neari ilikia µegales euthunes. Ti µana µou Gesthiµani kai eµvruo ton µikrouli adelfo µou pou argotera ton onoµasaµe Stathi. Ekana oles tis douleies tou kosµou. Poulousa nero µe staµna stin Oµonoia, poulousa tsigara, douleua sti lachanagora. To nero afine chriµatakia tote. Itan duseureto. ∆en upirchan kai ta psugeia. ∆oulepsa se ergostasia, doulepsa se oikodoµes, an kai stenochwrioµoun polu, giati µolis epiana na xekinisw, eicha µprosta tin eikona tou patera µou. Autos µe ta agia cheria tou ektise to spitaki tou sti Nea Iwnia, petra-petra kai dwµatio-dwµatio kai µas to ekane ena dipato palati. Me pianoun klaµata otan ta thuµaµai ola auta».
Fantazoµai, Stelio, oti i geµati apo toses adikies zwi sou, otan andrwthikes, otan piges fantaros, tha kalutereuse.
«Giwrgoliani, den kalutereuei i zwi tou giou enos aristerou ston strato. Apenantias cheiroterepse. THuµaµai kala oti oi anwteroi µou µe koitazan µe µisos. Mechri pou µe apokalesan “diafthorea tou Ellinikou Stratou”, “anthrwpo tou eukolou kerdous”. Argotera, i µoira µou efere ki allo chouneri. Erwteutika tin Gkreu, tin erwteutike enas tagµatarchis otan erchotan na µe dei, kai µe xaposteile sti Makroniso. CHwris kanenan allo logo. Ekei eida anthrwpous na vasanizontai anaitia. Agria. Itan µartures tou Iechwva. Einai µia thriskeia µe tin opoia den ascholithika pote. Kai gia tin opoia den xerw polla pragµata. Alla xerw oti oi pistoi autis tis thriskeias ston strato vasanistikan giati arnithikan na paroun oplo. Auta ta paidia itan µorfwµena kai polla itan plousiwn oikogeneiwn. I ligoteri fulaki pou etrwgan itan 10 chronia. Otan eida loipon oti uparchoun µegaluteres adikies apo ti diki µou, katalava oti sti zwi den µporeis na echeis kentro ton eauto sou. Yparchoun kai oi alloi ektos apo esena».
∆en ekanes tote oneira gia ti zwi sou; ∆en skeftikes na kaneis µia oikogeneia; ∆en thelises na deis ti zwi sou na laµpei µesw enos dikou sou paidiou;
«Asfalws ki egw thelisa na kanw oikogeneia. Kapote to eicha skeftei kai prospathisa. Ki eftasa kai ston gaµo. Alla xereis, oi gunaikes pou cheirokrotountai, duskola kanoun spiti. Autes anikoun ston kosµo. ∆en anikoun oute se sena, oute stin oikogeneia».
Ti spaniotita tis fwnis sou, to charisµa to µegalo pou echeis, pote to anakalupteis kai pou to apodideis;
«Sta parti µesa, ta paidia to katalavan nwris kai µe evazan na tragoudaw kathe vradu. Sta ergostasia pou douleua, sta ufantourgeia, µe evazan kai tragoudousa. Oloi tragoudousaµe tote. Mia µera, enas gnwstos tou Gianni Papaiwannou µe pire apo to cheri kai µe pige stin “Triana” tou CHeila, na µ’ akousei. M’ akouse loipon o kur-Giannis, autos o thauµasios anthrwpos, kai fainetai oti enekrine ti fwni µou, giati µou zitise tin alli iµera na paw spiti tou, na µou didaxei ena kainourgio tragoudi».
∆en eiches kapoia klironoµikotita, kapoion suggeni pou na eiche talento analogo µe to diko sou;
«Giwrgoliani, µou xuneis pliges. Stin klironoµikotita pisteuw egw. Echw ascholithei. Eee, to arseniko einai se thesi na klironoµisei µechri kai tin elitsa pou echei o pateras se kapoio siµeio tou proswpou. Ki egw eicha stin oikogeneia µou µia giagia, sta vathi tis Anatolis, pou i µana µou elege oti upirxe µia apo tis kaluteres µoirologistres tis Tourkias. Tin kalousan panta se kideies upsilwn proswpwn kai aµeivotan igeµonika. Itan sparaktiki i fwni tis. Tin akousa ki egw µerikes fores. Kai noµizw pws apo ekei xekinaei i riza tis dikis µou fwnis».
Mipws thuµasai kanena peristatiko pio palio, as pouµe apo ta chwrafia pou douleues sto Kilkis i ekei pou voithouses ton patera sou stis oikodoµes; THuµasai ton eauto sou na tragoudaei tote;
«Vevaiws, les gia ta chronia tis Katochis. Tragoudousa panta sti fusi. Aisthanoµoun pio aneta, giati tragoudousa oso dunata ithela. Mou legane oti tragoudousa toso dunata, wste apo ta siµeia pou vriskoµoun ta vradakia, eftane i fwni µou µechri ta spitia tou chwriou kai oi anthrwpoi evgainan sta µpalkonakia gia na tin akousoun kai µeta, otan guriza egw sto spiti, µou edinan o,ti kalutero eichan: petiµezi, gluko spitiko, frouta, auta pou fulagan gia ta paidia tous. Ta thuµaµai polu kala auta».
Pote egrapses to prwto diko sou tragoudi;
«Giwrgoliani, wraia erwtisi. To prwto tragoudi pou egrapsa einai to "I koinwnia µe katakrinei"».
Ti les; Auto einai tragoudara!
«CHairoµai pou s’ aresei. Auto to tragoudi to egrapsa olo µonos µou. Kai stichous kai µousiki. Otan iµoun 17 chronwn. Ascheta an to eipa se disko to 1957».
Pws sou ’rthe kai egrapses ena tetoio koinwniko tragoudi;
«Giati; Liga einai auta pou sou existorisa; Liga einai auta pou eicha travixei; Olokliri i Nea Iwnia ekeina ta chronia itan fwlia vasanwn».
Δύσκολα παιδικά χρόνια, πόνος, τραγούδια της ξενιτιάς, πολλή αγάπη και μία αισθαντική φωνή που «έσβησε» πριν από 14 ολόκληρα χρόνια. Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους λαϊκούς βάρδους της χώρας μας και ακόμα και σήμερα, παραμένει στις καρδιές των ανθρώπων ζωντανός. Ο Γιώργος Λιάνης ο οποίος συνεργάστηκε μαζί του και όπως παραδέχεται, είχε για πολλά χρόνια κλειδωμένα στο συρτάρι του χαρτιά με εξομολογήσεις του αξέχαστου Στέλιου, αποφάσισε να τα δημοσιεύσει, παρουσιάζοντας όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του αξέχαστου λαϊκού βάρδου, όπως ο ίδιος τα διηγήθηκε…
Ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε μιλήσει για ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα της ζωής του, όταν έχασε τον πατέρα του. Όπως αναφέρει στην ανέκδοτη συνέντευξή του που δημοσιεύτηκε από τη Real: «Κάποτε, φτάσαµε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί υπήρχε ένα καράβι που είχε ειδικά χορηγηθεί από την κυβέρνηση για να µεταφέρει όλους τους πρόσφυγες που είχαµε έρθει στη Μακεδονία. Το καράβι το έλεγαν “Κορινθία”. Μπήκαµε στοιβαγµένοι ο ένας πάνω στον άλλο και φτάσαµε στον Πειραιά και στην Αθήνα. Λίγους µήνες µετά, ο πατέρας µου πέθανε. Και βέβαια, η αιτία του θανάτου του ήταν το άγριο ξύλο, από το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Ένα άγριο και άδικο ξύλο. Αν είχε κάνει κάτι, θα σ’ το ’λεγα, Γιωργολιάνη, αλλά δεν είχε κάνει τίποτα.
Ανέλαβα σε νεαρή ηλικία µεγάλες ευθύνες. Τη µάνα µου Γεσθηµανή και έµβρυο τον µικρούλη αδελφό µου που αργότερα τον ονοµάσαµε Στάθη. Έκανα όλες τις δουλειές του κόσµου. Πουλούσα νερό µε στάµνα στην Οµόνοια, πουλούσα τσιγάρα, δούλευα στη λαχαναγορά. Το νερό άφηνε χρηµατάκια τότε. Ήταν δυσεύρετο. ∆εν υπήρχαν και τα ψυγεία. ∆ούλεψα σε εργοστάσια, δούλεψα σε οικοδοµές, αν και στενοχωριόµουν πολύ, γιατί µόλις έπιανα να ξεκινήσω, είχα µπροστά την εικόνα του πατέρα µου. Αυτός µε τα άγια χέρια του έκτισε το σπιτάκι του στη Νέα Ιωνία, πέτρα-πέτρα και δωµάτιο-δωµάτιο και µας το έκανε ένα δίπατο παλάτι. Με πιάνουν κλάµατα όταν τα θυµάµαι όλα αυτά».


Φαντάζοµαι, Στέλιο, ότι η γεµάτη από τόσες αδικίες ζωή σου, όταν ανδρώθηκες, όταν πήγες φαντάρος, θα καλυτέρευσε.
«Γιωργολιάνη, δεν καλυτερεύει η ζωή του γιου ενός αριστερού στον στρατό. Απεναντίας χειροτέρεψε. Θυµάµαι καλά ότι οι ανώτεροί µου µε κοίταζαν µε µίσος. Μέχρι που µε αποκάλεσαν “διαφθορέα του Ελληνικού Στρατού”, “άνθρωπο του εύκολου κέρδους”. Αργότερα, η µοίρα µού έφερε κι άλλο χουνέρι. Ερωτεύτηκα την Γκρέυ, την ερωτεύτηκε ένας ταγµατάρχης όταν ερχόταν να µε δει, και µε ξαπόστειλε στη Μακρόνησο. Χωρίς κανέναν άλλο λόγο. Εκεί είδα ανθρώπους να βασανίζονται αναίτια. Άγρια. Ήταν µάρτυρες του Ιεχωβά. Είναι µια θρησκεία µε την οποία δεν ασχολήθηκα ποτέ. Και για την οποία δεν ξέρω πολλά πράγµατα. Αλλά ξέρω ότι οι πιστοί αυτής της θρησκείας στον στρατό βασανίστηκαν γιατί αρνήθηκαν να πάρουν όπλο. Αυτά τα παιδιά ήταν µορφωµένα και πολλά ήταν πλούσιων οικογενειών. Η λιγότερη φυλακή που έτρωγαν ήταν 10 χρόνια. Όταν είδα λοιπόν ότι υπάρχουν µεγαλύτερες αδικίες από τη δική µου, κατάλαβα ότι στη ζωή δεν µπορείς να έχεις κέντρο τον εαυτό σου. Υπάρχουν και οι άλλοι εκτός από εσένα».
∆εν έκανες τότε όνειρα για τη ζωή σου; ∆εν σκέφτηκες να κάνεις µια οικογένεια; ∆εν θέλησες να δεις τη ζωή σου να λάµπει µέσω ενός δικού σου παιδιού;
«Ασφαλώς κι εγώ θέλησα να κάνω οικογένεια. Κάποτε το είχα σκεφτεί και προσπάθησα. Κι έφτασα και στον γάµο. Αλλά ξέρεις, οι γυναίκες που χειροκροτούνται, δύσκολα κάνουν σπίτι. Αυτές ανήκουν στον κόσµο. ∆εν ανήκουν ούτε σε σένα, ούτε στην οικογένεια».
Τη σπανιότητα της φωνής σου, το χάρισµα το µεγάλο που έχεις, πότε το ανακαλύπτεις και πού το αποδίδεις;
«Στα πάρτι µέσα, τα παιδιά το κατάλαβαν νωρίς και µε έβαζαν να τραγουδάω κάθε βράδυ. Στα εργοστάσια που δούλευα, στα υφαντουργεία, µε έβαζαν και τραγουδούσα. Όλοι τραγουδούσαµε τότε. Μια µέρα, ένας γνωστός του Γιάννη Παπαϊωάννου µε πήρε από το χέρι και µε πήγε στην “Τριάνα” του Χειλά, να µ’ ακούσει. Μ’ άκουσε λοιπόν ο κυρ-Γιάννης, αυτός ο θαυµάσιος άνθρωπος, και φαίνεται ότι ενέκρινε τη φωνή µου, γιατί µου ζήτησε την άλλη ηµέρα να πάω σπίτι του, να µου διδάξει ένα καινούργιο τραγούδι».
∆εν είχες κάποια κληρονοµικότητα, κάποιον συγγενή που να είχε ταλέντο ανάλογο µε το δικό σου;
«Γιωργολιάνη, µου ξύνεις πληγές. Στην κληρονοµικότητα πιστεύω εγώ. Έχω ασχοληθεί. Εεε, το αρσενικό είναι σε θέση να κληρονοµήσει µέχρι και την ελίτσα που έχει ο πατέρας σε κάποιο σηµείο του προσώπου. Κι εγώ είχα στην οικογένειά µου µια γιαγιά, στα βάθη της Ανατολής, που η µάνα µου έλεγε ότι υπήρξε µία από τις καλύτερες µοιρολογίστρες της Τουρκίας. Την καλούσαν πάντα σε κηδείες υψηλών προσώπων και αµειβόταν ηγεµονικά. Ήταν σπαρακτική η φωνή της. Την άκουσα κι εγώ µερικές φορές. Και νοµίζω πως από εκεί ξεκινάει η ρίζα της δικής µου φωνής».
Μήπως θυµάσαι κανένα περιστατικό πιο παλιό, ας πούµε από τα χωράφια που δούλευες στο Κιλκίς ή εκεί που βοηθούσες τον πατέρα σου στις οικοδοµές; Θυµάσαι τον εαυτό σου να τραγουδάει τότε;
«Βεβαίως, λες για τα χρόνια της Κατοχής. Τραγουδούσα πάντα στη φύση. Αισθανόµουν πιο άνετα, γιατί τραγουδούσα όσο δυνατά ήθελα. Μου λέγανε ότι τραγουδούσα τόσο δυνατά, ώστε από τα σηµεία που βρισκόµουν τα βραδάκια, έφτανε η φωνή µου µέχρι τα σπίτια του χωριού και οι άνθρωποι έβγαιναν στα µπαλκονάκια για να την ακούσουν και µετά, όταν γύριζα εγώ στο σπίτι, µου έδιναν ό,τι καλύτερο είχαν: πετιµέζι, γλυκό σπιτικό, φρούτα, αυτά που φύλαγαν για τα παιδιά τους. Τα θυµάµαι πολύ καλά αυτά».
Πότε έγραψες το πρώτο δικό σου τραγούδι;
«Γιώργο Λιάνη, ωραία ερώτηση. Το πρώτο τραγούδι που έγραψα είναι το “Η κοινωνία µε κατακρίνει”».
Τι λες; Αυτό είναι τραγουδάρα!
«Χαίροµαι που σ’ αρέσει. Αυτό το τραγούδι το έγραψα όλο µόνος µου. Και στίχους και µουσική. Όταν ήµουν 17 χρόνων. Άσχετα αν το είπα σε δίσκο το 1957».
Πώς σου ’ρθε και έγραψες ένα τέτοιο κοινωνικό τραγούδι;
«Γιατί; Λίγα είναι αυτά που σου εξιστόρησα; Λίγα είναι αυτά που είχα τραβήξει; Ολόκληρη η Νέα Ιωνία εκείνα τα χρόνια ήταν φωλιά βασάνων».
https://www.youtube.com/watch?v=2bQCG9K8hlc