NEWSFEED

Ο καλύτερος προπονητής της Ασίας είναι Έλληνας

today07/03/2016 3

Φόντο
share close

Γεννήθηκε στην Ελλάδα, μεγαλούργησε στην Αυστραλία, διακρίθηκε στην Ασία. Ο Άγγελος Ποστέκογλου είναι ο πιο επιτυχημένος Έλληνας προπονητής ποδοσφαίρου. Έστω κι αν δεν τον ξέρουμε.

Άγγελος Ποστέκογλου είναι “ο καλύτερος προπονητής της Ασίας”. Είναι και αυτός που οδήγησε την Αυστραλία στο πρώτο της τίτλο, δεκατέσσερις μήνες μετά την ανάληψη των Socerroos. Είναι ωστόσο, πολλά περισσότερα, όπως είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε στη συζήτηση μας, στην οποία αναφέρθηκε στη ζωή του, την καριέρα του ως παίκτη και ως τεχνικού, στο ενδιαφέρον της Εθνικής Ελλάδος και αυτό της ΑΕΚ. Εξηγεί πως λατρεύει να δημιουργεί ομάδες και μιλά για τις βασικές προτεραιότητες της διαδικασίας.

Γεννήθηκε στις 27/8 του 1965 στην Αθήνα “στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εκεί κοντά μέναμε”. Δεν θυμάται το vibe του γηπέδου που έστεκε εκεί “γιατί ήμουν μικρός, όταν φύγαμε από την Ελλάδα”. Θυμάται όμως, ξεκάθαρα τη λατρεία του πατέρα του για την ΑΕΚ “και όσα μου έλεγε εκείνος για την ομάδα και την περιοχή”. Οι πρώτες εικόνες που έχει από τον ίδιο σε αυτή τη γη ξεκινούν από την Αυστραλία, όπου αποφάσισαν να μεταναστεύσουν ο Δημήτρης και η Βούλα Ποστέκογλου, όταν ο μικρός Άγγελος ήταν πέντε χρόνων. Αργότερα, προστέθηκε στην οικογένεια και η Ελισάβετ. “Ομολογώ πως από την Ελλάδα θυμάμαι κάποιες σκόρπιες εικόνες, ανθρώπους, την οικογένεια μας, φίλους. Όχι όμως, κάτι πιο συγκεκριμένο ή κάτι σημαντικό”.

Το νέο σπίτι δημιουργήθηκε στη Μελβούρνη, που τότε ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη… ελληνική πόλη. “Παρ’ όλο που δεν είχαμε κάποιον να μας περιμένει εκεί,  οι γονείς μου αποφάσισαν να πάμε εκεί, για μια καλύτερη ζωή”. Ο πατέρας του είχε χάσει τη δουλειά του, μετά το Πραξικόπημα και η ανάγκη να παρέχει στην οικογένεια του τον υποχρέωσε να αναζητήσει αλλού ευκαιρίες. Μπήκαν έτσι, όλοι σε ένα πλοίο το 1970 και πήγαν στη νέα πατρίδα. Όταν έφτασαν, ο Άγγελος ήταν ο μετανάστης Νο24.

“Το ελληνικό στοιχείο ήταν πολύ έντονο και συν το γεγονός ότι ήμουν μικρός, δεν μπορώ να πω ότι αντιμετώπισα ιδιαίτερα προβλήματα προσαρμογής. Αργότερα κατάλαβα τις θυσίες των γονιών μου και γιατί τις έκαναν. Τότε όμως, δούλευαν σκληρά και πάρα πολλές ώρες την ημέρα και δεν τους έβλεπα και εγώ ήθελα να βρω έναν τρόπο να ταιριάξω. Ο καλύτερος ήταν τα σπορ”. Πιο συγκεκριμένα, το ποδόσφαιρο που κάλυψε δυο ανάγκες.

“Μου έδωσε την ευκαιρία να είμαι μαζί με τον πατέρα μου και ίσως για αυτό να αγάπησα το άθλημα, από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκα. Παρ’ όλο που στην Αυστραλία το ποδόσφαιρο δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές άθλημα -έχουν άλλα σπορ που τους ενδιαφέρουν-, ο πατέρας μου με ώθησε προς αυτήν την κατεύθυνση, κάτι που θα συνέβαινε αν μέναμε και στην Ελλάδα. Ήταν μια ομάδα στη Μελβούρνη, η Hellas (ευρύτερα γνωστή ως South Melbourne), την οποία είχαν δημιουργήσει άνθρωποι που ήταν στην ίδια θέση με εμάς: δηλαδή μετανάστες που έκαναν ό,τι μπορούσαν για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της ζωής τους και είχαν δημιουργήσει αυτόν το σύλλογο. Ο μπαμπάς μου με πήγαινε στους αγώνες, κάθε Κυριακή. Το γήπεδο ήταν… η εκκλησία μας, ένα ακόμα μέρος στο οποίο συναντιόνταν η κοινότητα. Η ατμόσφαιρα ήταν κάτι το μοναδικό. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση”.Έτσι, όταν έγινε 8 χρόνων “ξεκίνησα να παίζω στις ακαδημίες. Έκτοτε, το ποδόσφαιρο είναι μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητας μου”. Η θέση στην οποία απασχολείτο ήταν αυτή του αριστερού μπακ. Για ένα διάστημα, όταν ένιωσε μια μεγαλύτερη ανάγκη να “ταιριάξει”, να νιώσει πως “ανήκει” -και ότι δεν είναι το παιδί με το τεράστιο επίθετο και την περίεργη προφορά- έπαιξε αυστραλιανό ποδόσφαιρο που… ουδεμία σχέση έχει με το ευρωπαϊκό “αλλά ο αθλητισμός έχει κοινό παρονομαστή”. Αν έμαθε κάτι ήταν “να αντέχω και να έχω πραγματική αποφασιστικότητα, για ό,τι θέλω να κάνω”. Αυτό εν τέλει, ήταν το ποδόσφαιρο σε μια χώρα που απλά δεν ασχολείτο με το σπορ, γιατί δεν ήταν εξ Αυστραλίας. Κάτι που σήμαινε πως όχι μόνο δεν το αποδέχονταν ως συνήθεια, αλλά αρνούνταν έστω να μιλήσω για αυτό. Όσο και αν δεν θέλει να μιλά για το ρόλο που έπαιξε στην εξέλιξη της ιστορίας (που ήθελε το soccer να γίνεται αποδεκτό, έως και αγαπητό), η πραγματικότητα είναι πως υπήρξε από τους πρωταγωνιστές. Θα φτάσουμε όμως, εκεί. Προς το παρόν, είμαστε στην εφηβική του ηλικία, τη συμμετοχή του στην ανδρική ομάδα στα 18.

Ο Ποστέκογλου είναι ο παίκτης… με το μουστάκι

Είχε πάει στον προπονητή του, Len McKendry και τον είχε ρωτήσει “αν πιστεύεις πως είμαι έτοιμος να παίξω με τα μεγάλα παιδιά”. Εκείνος απάντησε “όταν θα είσαι αρκετά μεγάλος, για να αποκτήσεις κανονικό μουστάκι, τότε θα είσαι έτοιμος”. Στις 15/4 του 1984 εμφανίστηκε στην NSL, μπροστά σε 7000 οπαδούς στο Middle Park, στο 15ο λεπτό οπότε αντικατέστησε τον τραυματία Alan Davidson, εναντίον της Sydney City. Έως το τέλος του χρόνου, είχε γίνει βασικός. Είχε και τέσσερις συμμετοχές στην εθνική U20. Της Αυστραλίας. “Ναι, ναι, είχα παίξει και τέσσερις φορές με την εθνική, το 1988 και το 1989. Κάπου εκεί μέρα” λέει… σαν να μιλά για κάποιον άλλον που στην τελική, δεν είχε καταφέρει και κάτι το σημαντικό. Επιμείναμε, για να μας πει πως “ναι, εντάξει, ήταν η επιβράβευση μιας πορείας. Έπαιξα με την ανδρική ομάδα στα 18 και… εντάξει ήταν μια καλή πορεία”, με πρωτάθλημα (το 1991) υπό τις οδηγίες του Ferenc Puskas.

Παρεμπιπτόντως, ήταν ο αρχηγός της ομάδας και αυτός που εκτέλεσε το τέταρτο πέναλτι (με το σκορ να είναι 1-2, για να το κάνει 2-2).

ΠΗΓΗ: http://www.sport24.gr/

Συντάχθηκε από: MESSINIA RADIO

Rate it