NEWSFEED

Γρηγόρης Μπιθικώτσης, ο τραγουδιστής που έκανε τον καημό του Έλληνα, ψαλμό!!!

today08/11/2016 4

Φόντο
share close

Είμαστε στο Παρίσι το 1958, όταν ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και επιλέγει τη φωνή κάποιου Μπιθικώτση να τον ερμηνεύσει.

Κατά τα λεγόμενα του μεγάλου μας συνθέτη, «η φωνή του Μπιθικώτση … νομίζω ότι πάει να γίνει η συνισταμένη αυτής της φωνής του έλληνα, ας το πω έτσι, λεβέντη: του ξωμάχου, του φαντάρου, του φοιτητή, του εργάτη. Του καθένα μας».

Ο Θεοδωράκης αγνόησε τις αντιδράσεις της δισκογραφικής που δεν ήθελε τον λαϊκό Μπιθικώτση να ερμηνεύει τον «Επιτάφιο», ο οποίος ήταν έξαλλου έτοιμος να φύγει για την Αβησσυνία για να δουλέψει ως υδραυλικός, και συνέχισε τις πρόβες μαζί του.

Όπως ξέρουμε σήμερα, η απόφαση του Θεοδωράκη να μελοποιήσει και να ενορχηστρώσει τον «Επιτάφιο» χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τόσο ένα λαϊκό όργανο, όπως το μπουζούκι, όσο και μια γνήσια λαϊκή φωνή ήταν ριζοσπαστική για τα ελληνικά μουσικά χρονικά και καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη, αποδοχή και κοινωνικό επαναπροσδιορισμό του ελληνικού τραγουδιού.

Η μετέπειτα πορεία του υδραυλικού έμελλε να είναι ανεπανάληπτη, ένας σωστός κύριος του πενταγράμμου δηλαδή με περισσότερα από 200 τραγούδια στο ενεργητικό του και μια σειρά από κλασικές επιτυχίες που δεν λένε να ρυτιδώσουν.

Όλα ξεκίνησαν το 1937, όταν ένα 15χρονο φτωχόπαιδο που γρατζουνούσε την κιθάρα σε ένα συνοικιακό ταβερνάκι πήγε να ακούσει τρεις μουσικούς. Ήξερε δεν ήξερε ποιοι ήταν οι Μάρκος Βαμβακάρης, Μανώλης Χιώτης και Στράτος Παγιουμτζής που άκουγε, η νύχτα αυτή θα άλλαζε ωστόσο τη ζωή του, μιας και πλέον το ρεμπέτικο και το λαϊκό ήταν στην καρδιά του.

Επόμενος σταθμός το 1948. Έχοντας σταλεί στη Μακρόνησο από το 1947 για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία ως πολιτικός κρατούμενος, συναντά στην Κερατέα τον Μίκη Θεοδωράκη και προσφέρεται να ξεδιψάσει αυτόν και τους άλλους κρατουμένους που μεταφέρει το καμιόνι στην εξορία.

Στη Μακρόνησο ο Μπιθικώτσης θα γίνει Μπιθικώτσης! Το πρωί γράφει τραγούδια και το βράδυ διασκεδάζει τους αξιωματικούς στη λέσχη του στρατοπέδου. Όταν θα εγκαταλείψει το κολαστήριο της Μακρονήσου, θα μπει ο θεμέλιος λίθος για μια σπουδαία καριέρα, καθώς η δωρική φωνή του λατρεύτηκε απ’ όλους, κοινό και συνθέτες σε ισόποσες δόσεις.

Ο Μπιθικώτσης γράφει τα δικά του τραγούδια και ερμηνεύει φυσικά τις κλασικές επιτυχίες των μεγάλων μουσουργών της εποχής του. Δίπλα στον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, θα σφραγίσει με την αξεπέραστη φωνή του τον «Επιτάφιο» και το «Άξιον Εστί», γνωρίζοντας την πλατιά καταξίωση.

Και οι δικές του συνθέσεις δεν πάνε βέβαια πίσω, χαρίζοντας στο ελληνικό πεντάγραμμο κομμάτια όπως τα «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Σε τούτο το στενό», «Επίσημη αγαπημένη», «Τρελοκόριτσο», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» και δεκάδες ακόμα.
Ο Μπιθικώτσης συνεργάστηκε με όλους τους σπουδαίους συνθέτες της εποχής, καθώς στη φωνή του δεν μπορούσε κανείς να πει «όχι», από τους Μίκη και Μάνο μέχρι τους Ξαρχάκο, Μούτση, Βαμβακάρη και Τσιτσάνη, για να αναφέρουμε μερικούς μόνο. Αυτή τη θεσπέσια φωνή επέλεξαν ακόμα και οι χουντικοί συνταγματάρχες της Επταετίας να ενσαρκώσει τον ζοφερό «Ύμνο της 21ης Απριλίου», τον οποίο ερμηνεύει πράγματι στις 13 Ιουλίου 1967 με τη Βίκυ Μοσχολιού.

Η δικτατορία ήταν μια δύσκολη περίοδος για τον ίδιο και φάνηκε να χάνει τα πατήματά του, τα οποία ξαναβρήκε ωστόσο μετά το 1974, όταν θα ξανασταθεί και πάλι δίπλα στον Μίκη στο κατάμεστο Ηρώδειο το 1976 και θα βγουν από το στόμα του οι πρώτοι στίχοι του «Άξιον Εστί».

Ο «Σερ Μπιθί», όπως τον χαρακτήρισε ο Δημήτρης Ψαθάς σε χρονογράφημά του, έδωσε με τη φωνή του υπόσταση στους μεγάλους καημούς αλλά και τους ψαλμούς του έθνους, φέρνοντας κοντύτερα στον λαό τα γραπτά των μεγάλων μας ποιητών…

Πρώτα χρόνια

biithikkotsiisis1

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης γεννιέται στις 11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι ως το στερνοπαίδι μιας οκταμελούς οικογένειας της εργατικής τάξης. Ο μικρός είχε το μεράκι της μουσικής από πολύ τρυφερή ηλικία και ήδη από τα 7-8 του έπαιζε κιθάρα. Ήταν όμως παιδί φτωχής οικογένειας κι έτσι επίσης από πολύ νωρίς βγαίνει στη βιοπάλη, μαθητεύοντας υδραυλικός σε συνοικιακό μαγαζί.

Στα 15 του άκουσε σε ένα γραμμόφωνο μερικές πενιές του Μάρκου και ξελογιάστηκε, όπως έλεγε χαρακτηριστικά. Έψαξε τον Βαμβακάρη, ο οποίος συμπτωματικά τραγουδούσε σε ένα ταβερνάκι της γειτονιάς εκείνο τον χειμώνα του 1937, και κίνησε μια κρύα νύχτα να τον ακούσει. Τον άκουσε, πλάι στον Χιώτη και τον Στράτο, και ερωτεύτηκε το ρεμπέτικο μονομιάς.

biithikkotsiisis2

Κι έτσι μέχρι τα 18 του είχε δυο τέχνες στις πλάτες του: το πρωί υδραυλικός, το βράδυ τραγουδιστής σε ένα κουτουκάκι, κάνοντας τα πρώτα του βήματα στο μουσικό στερέωμα. Γρατζουνούσε κιθάρα και μπουζούκι, κι έτσι μέσα στη θύελλα του 1940 με τα αδέλφια του να φεύγουν για το μέτωπο, εκείνος ήταν οργανοπαίκτης σε ταβέρνες, πιάνοντας φιλίες με τους μεγάλους του ελληνικού πενταγράμμου…

Διαβάστε την συνέχεια του άρθρου

 

Πηγή: newsbeast.gr

Συντάχθηκε από: MESSINIA RADIO

Rate it